Κάρλο Πιζακάνε

(Carlo Pisacane, δούκας του San Giovanni, 22 Αυγούστου 1818 – 2 Ιουλίου 1857).

Citation
, XML
Authors

Abstract

Ιταλός δημοκράτης επαναστάτης του 19ου αιώνα, σοσιαλιστής και πατριώτης, αγωνιστής του «Risorgimento», δηλαδή της ιταλικής ενοποίησης, και μάρτυρας του αγώνα για μια δημοκρατική ενωμένη Ιταλία.

Κάρλο Πιζακάνε (Carlo Pisacane, δούκας του San Giovanni, 22 Αυγούστου 1818 – 2 Ιουλίου 1857). Ιταλός δημοκράτης επαναστάτης του 19ου αιώνα, σοσιαλιστής και πατριώτης, αγωνιστής του «Risorgimento», δηλαδή της ιταλικής ενοποίησης, και μάρτυρας του αγώνα για μια δημοκρατική ενωμένη Ιταλία.

ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ


Γεννήθηκε στη Νάπολη στις 22 Αυγούστου 1818, 3ο τέκνο των ευγενών Τζενάρο Πιζακάνε (Gennaro Pisacane, δούκα του Σαν Τζιοβάνι) και Νικολέτας ντε Λούνα (Nicoletta Basile de Luna). Τα άλλα αδέλφια του ήταν η Μαρία – Ματίλδη (Maria – Matilde, που πέθανε το 1822) και ο Φίλιππος (Filippo, 1815 – 1894). Ο Τζενάρο Πιζακάνε πέθανε τον Απρίλιο του 1826 και, λόγω της πολυέξοδης ενασχόλησής του με τη ναπολιτάνικη βασιλική Αυλή άφησε την οικογένειά του δίχως περιουσία.

Μετά από τέσσερα πολύ δύσκολα χρόνια, η χήρα μητέρα του 12χρονου ακόμα Κάρλο παντρεύτηκε τον στρατηγό του βασιλικού στρατού Μικέλε Ταράλο (Michele Tarallo), ο οποίος μεσολάβησε για να γίνει δεκτός στις 3 Σεπτεμβρίου 1830 ο Κάρλο στην «Στρατιωτική Σχολή Ορφανών» («Scuola Militare degli Orfani») και από εκεί να μεταπηδήσει στα 14 του (τον Μάϊο του 1832) στο χρηματοδοτούμενο από τον ίδιο τον βασιλιά στρατιωτικό κολέγιο της Νάπολης «Nunziatella», όπου ήδη φοιτούσε ο μεγαλύτερος αδελφός του.   

Αποφοίτησε από την «Nunziatella» τον Οκτώβριο του 1838 και μετά από λίγους μήνες κατατάχθηκε στον στρατό του βασιλείου της Νάπολης, όμως η καριέρα του ως στρατιωτικού ανακόπηκε από μία σύντομη φυλάκισή του σε στρατιωτική φυλακή του Abruzzi έπειτα από τον σοβαρό τραυματισμό, από τον απατημένο σύζυγό της, μιας παντρεμένης με την οποία ο Κάρλο είχε ερωτικές σχέσεις, και, το σοβαρότερο, ο σοβαρός τραυματισμός του ίδιου με μαχαιριές τον Οκτώβριο του 1846 για μία ακόμη ερωτική του περιπέτεια. Για την ανάρρωσή του χρειάστηκαν τέσσερις μήνες και στις αρχές του 1847 του έγινε σαφές από τους ανωτέρους του ότι η στρατιωτική του καριέρα είχε πια τελειώσει.

ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΜΟΙΧΕΙΑΣ


Στις 8 Φεβρουαρίου 1847, ο Κάρλο επιβιβάστηκε από την Νάπολη σε ένα γαλλικό πλοίο για το Λιβόρνο, έχοντας μαζί του την 27χρονη Ενριτσέτα Ντι Λορέντζο (Enrichetta Di Lorenzo), σύζυγο ενός εξαδέλφου του πλούσιου εμπόρου και μητέρα τριών μικρών παιδιών, με την οποία είχε ερωτικές σχέσεις από τον Ιούνιο του 1845. Με ένα ένταλμα σύλληψης για μοιχεία να τους καταδιώκει, οι δύο εραστές επιβιβάστηκαν εν συνεχεία με πλαστά χαρτιά σε άλλο πλοίο ως «Enrico Dumont» και «Carlotta Dumont»  από το Λιβόρνο για την Μασσαλία και από εκεί πέρασαν την Μάγχη και έφθασαν στο Λονδίνο, όπου ζήτησαν την βοήθεια του Ιταλού ποιητή Γκαμπριέλ Ροσέτι (Gabriele Rossetti), πολιτικού φυγάδα από το 1824 που τώρα ήταν καθηγητής ιταλικής γλώσσας στο Βασιλικό Κολέγιο του Λονδίνου.

Αντιμετωπίζοντας στα τέλη του Μαρτίου την απειλή να εκδοθούν στο βασίλειο της Νάπολης, προτίμησαν να επιστρέψουν στην Γαλλία. Στα μέσα του Απριλίου, με την Ενριτσέτα έγκυο, έφθασαν στο Παρίσι, αλλά μετά από λίγο συνελήφθησαν και κλείστηκαν στην φυλακή μετά από αίτημα της Νάπολης. Καθώς όμως ο ναπολιτάνος πρόξενος δεν προσκόμισε ποτέ το ένταλμα σύλληψης που είχε υποσχεθεί στις γαλλικές αρχές για να συνεχίσουν την κράτηση των δύο εραστών (για μοιχεία και κλοπή προσωπικών αντικειμένων του συζύγου της Ενριτσέτας), τελικά αφέθηκαν ελεύθεροι στις 8 Μαϊου.  

Μέχρι το φθινόπωρο το ζευγάρι βοηθήθηκε οικονομικά από παλαιούς καρμπονάρους, στους οποίους είχε απευθύνει συστατικές επιστολές ο Ροσέτι. Τελικά, για να λύσει το πιεστικό οικονομικό του πρόβλημα, ο Κάρλο κατατάχθηκε τον Νοέμβριο του 1847 στην «Λεγεώνα των Ξένων» και στάλθηκε στην Αλγερία, όπου έμεινε μέχρι τον Μάρτιο του επόμενου έτους, οπότε και παραιτήθηκε. Η Ενριτσέτα έμεινε πίσω στην Μασσαλία, όπου και γέννησε την θυγατέρα τους Καρολίνα (Carolina), η οποία όμως πέθανε στις 16 Φεβρουαρίου 1848, μόλις 3 μηνών. Στις 14 Απριλίου, μετά από τις εξεγέρσεις στο Μιλάνο και την Μεσσήνη, το ζευγάρι έφθασε από την Μασσαλία στο Μιλάνο και στις 9 Αυγούστου κατέληξε στο Λουγκάνο, όπου έμεινε μέχρι και τον Δεκέμβριο του 1848.

ΥΙΟΘΕΣΙΑ ΤΩΝ ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΩΝ ΙΔΕΩΝ


Ήδη από τον καιρό που φοιτούσε στην «Nunziatella» έχει έλθει σε επαφή με τον καρμποναρισμό και το πατριωτικό όνειρο της ιταλικής ενοποίησης, που αργότερα εκφράστηκε μέσα από τον αγώνα της περίφημης «Αναβίωσης» («Il Risorgimento», 1848 – 1870). Στην συνέχεια, πριν το σκάνδαλο με την Ενριτσέτα, επηρεάστηκε έντονα από τις επαναστατικές, δημοκρατικές, πατριωτικές ιδέες του Τζιουζέπε Ματσίνι (Giuseppe Mazzini, 1805 – 1872).

ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΗΣ


Ενόσω βρισκόταν στην Γαλλία υιοθέτησε επίσης τις ιδέες του Γάλλου πρωτο-αναρχικού θεωρητικού Πιερ- Ζοζέφ Προυντόν (Pierre – Joseph Proudhon, 1809 – 1865), τις οποίες διατήρησε μέχρι το τέλος της ζωής του: «η μόνη δίκαιη μορφή διακυβέρνησης είναι η αναρχία του Προυντόν» υπογράμμιζε σε επιστολή του της 15ης Δεκεμβρίου 1851.

Το 1849 ο Κάρλο συμμετείχε με άλλους δημοκράτες στην ανακήρυξη της βραχύβιας «Ρωμαϊκής Δημοκρατίας» («Repubblica Romana», 9 Φεβρουαρίου 1849 – 3 Ιουλίου 1849), που κήρυξε έκπτωτο τον πάπα, νομοθέτησε την πλήρη ανεξιθρησκία και την ελευθερία του Τύπου και κατήργησε την θανατική ποινή. Όντας μέλος της «Επιτροπής Πολέμου» που οργάνωνε την άμυνα της πόλης απέναντι στα ναπολιτάνικα, αυστριακά και γαλλικά μοναρχικά στρατεύματα, όταν κατελήφθη η Ρώμη και καταλύθηκε η «Ρωμαϊκή Δημοκρατία» είχε την τύχη να πέσει όχι στα χέρια των παπικών ή των Αυστριακών, αλλά στα χέρια των Γάλλων που τον φυλάκισαν για μερικές ημέρες στο φρούριο του Σαν Άντζελο.

Όταν αφέθηκε ελεύθερος από τους Γάλλους, έφυγε μαζί με την Ενριτσέτα στην Μασσαλία, όπου έφθασαν στις 30 Ιουλίου 1849. Μετά από λίγο πέρασαν την Μάγχη και έζησαν για μερικούς μήνες στο Λονδίνο και το Κεντ και μετά, σε όλη την διάρκεια του 1850, στο Λουγκάνο (Lugano) της Ελβετίας, όπου βρισκόταν και ο Ματσίνι. Από τον Σεπτέμβριο του 1849 έως τον Ιούλιο του 1850 ο Κάρλο δημοσίευσε 8 κείμενά του στην δεκαπενθήμερη εφημερίδα του Ματσίνι «L’ Italia del Popolo», στα οποία γινόταν μία θεωρητική επανεξέταση των γεγονότων της περιόδου 1848 – 1849. Η βασική ιδέα που ανέπτυξε εκεί ο Πιζακάνε ήταν ότι η ελευθερία δεν χαρίζεται αλλά κατακτιέται («όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των εχθρών που έχουν ηττηθεί στην πορεία για την κατάκτησή της, τόσο πιο στέρεα είναι η κατάκτησή της» τόνιζε μάλιστα).

ΜΙΑ ΘΕΩΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ


Μέσα στους κύκλους του όλου «Risorgimento», ο Πιζακάνε εκπροσώπησε τον επαναστατικό σοσιαλισμό και ουσιαστικά αυτός εισήγαγε τον Αναρχισμό στην Ιταλία παραδίδοντας μια σειρά από κείμενα που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του υπό τους τίτλους «Saggi storici, politici, militari sull’ Italia» (1858 – 1860, εκεί περιλαμβάνονται και τα κείμενα στην «L’ Italia del Popolo») και «Testamento Politico» (1880).

Από τα κείμενα του Πιζανακάνε γνωστότερο είναι το «Για την Επανάσταση» («Sulla Rivoluzione»), στο οποίο καταθέτει μια θεωρία για την επανάσταση («οι επαναστάσεις και οι μάχες τους αποτελούν τα τριγωνομετρικά σημεία της Ιστορίας που σημειώνουν τις μεταβάσεις από το ένα σημείο της εξέλιξης στο επόμενο. Συμβολίζουν τον θρίαμβο των ιδεών, το αφηρημένο που μεταφράζεται σε πραγματικότητα και δράση»), η οποία θεωρία όμως τον έφερνε σε πολλά σημεία σε εκ διαμέτρου αντίθετη θέση απέναντι στον Ματσίνι. Παρά το ότι ο ίδιος είχε αναπτύξει σε κείμενό του στην «L’ Italia del Popolo» την θεωρία του χαρισματικού ηγετικού «πνεύματος» («genio») των λίγων εκλεκτών που μπορούν να σχεδιάζουν στρατηγικά και να οδηγούν τους άλλους, ο Πιζακάνε στήριξε την δική του μορφή επανάστασης στις λαϊκές μάζες παρά στους οργανωμένους συνωμότες, και κατήγγειλε ανοικτά την προσωπολατρία. Για τον Πιζακάνε, αντίθετα από αυτό που πράττουν επί αιώνες οι μάζες, η χαρισματική προσωπικότητα ποτέ δεν επιτρέπεται να γίνει σημαντικότερη από το ίδιο το κίνημα. Στο κείμενό του «Qualche Osservazione» (1849) απεκάλεσε την λατρεία των προσώπων «πρόστυχη και ανήθικη», ενώ τον Ιανουάριο του 1851, σε ένα άλλο κείμενό του, εξέφρασε την αισιοδοξία ότι «η πατρίδα μας θα σπάσει τις αλυσίδες της μόνον όταν η λατρεία των ιδεών αντικαταστήσει την λατρεία των προσώπων, μόνον όταν ο κάθε Καίσαρας θα βρει επιτέλους έναν Βρούτο».

ΓΕΝΟΒΑ


Το 1851 η κουρασμένη πια Ενριτσέτα έφυγε από το Λουγκάνο και εγκαταστάθηκε μόνη της στην Γένοβα, δημιουργώντας μάλιστα και σχέση με έναν στενό φίλο του Κάρλο από την εποχή της «Nunziatella». Μετά από μερικές εβδομάδες, ο Κάρλο έφθασε και αυτός στην Γένοβα, διεκδίκησε την ερωμένη του και την κέρδισε ξανά. Έκτοτε το ζευγάρι παρέμεινε στην περιοχή, όπου ο Κάρλο κέρδιζε τα προς το ζην εργαζόμενος ως δάσκαλος. Το 1852 έζησαν μισο-απομονωμένοι στο Άλμπαρο (Albaro), όπου στις 28 Νοεμβρίου απέκτησαν το δεύτερο παιδί τους, την Σύλβια (Silvia Pisacane, 1852 – 1888).

Παρά την «οικογενειακή» κατεύθυνση της ζωής του από το 1852 έως και το 1856, συνέχισε να συγγράφει, ισχυριζόμενος μάλιστα ότι «οι πράξεις δημιουργούν τις ιδέες και όχι το αντίστροφο», απετέλεσε άθελά του τον πρόδρομο της λεγόμενης «έμπρακτης προπαγάνδας» («propaganda del fatto») που υιοθέτησαν οι αναρχικοί στα τέλη του 19ου αιώνα.

Ανυπομονώντας να επιστρέψει στην δράση, ίδρυσε το 1856 μαζί με τον σικελό επαναστάτη Ροζαλίνο Πίλο (Rosalino Pilo, 1820 – 1860) το περιοδικό «Ελεύθερη Φωνή» («La Libera Parola»), στο οποίο προπαγάνδιζε έναν δημοκρατικό πατριωτικό ξεσηκωμό του ιταλικού Νότου, και τελικά, στις αρχές του Ιουνίου 1857, παρ’ όλο που δεν συμφωνούσε καθόλου με τις φιλοσοφικές και θρησκευτικές απόψεις του Ματσίνι, δέχθηκε την τολμηρή αποστολή (αποστολή που είχε ήδη αρνηθεί ν’ αναλάβει ο πολύς Γκαριμπάλντι) να πυροδοτήσει εξέγερση στην περιοχή του Σαλέρνο (Salerno), ενώ ταυτόχρονα θα εξεγείρονταν οι δημοκράτες του Λιβόρνο και της Γένοβας.

Η ΤΡΑΓΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΣΤΟ ΣΑΛΕΡΝΟ


Στις 26 Ιουνίου 1857, μαζί με τα μέλη της «Νεαρής Ιταλίας» Τζιοβάνι Νικότερα (Giovanni Nicotera, 1828 – 1894, που ο Ματσίνι τον αποκαλούσε «Λιονταράκι», «Leoncino») και Τζιοβάνι Φαλκόνε (Giovanni Battista Falcone, 1836 – 1857) και 21 ακόμη συντρόφους τους, ανέβηκαν επιβάτες στο ατμόπλοιο «Κάλιαρι» («Cagliari»), το κατέλαβαν εν πλω και μετά από λίγο αιφνιδίασαν την φρουρά της νήσου Πόντζα. Εκεί απελευθέρωσαν τους φυλακισμένους και όλοι μαζί, 300 συνολικά, κατευθύνθηκαν προς και αποβιβάστηκαν στο Σάρπι (Sarpi,) στον κόλπο του Σαλέρνο, αφού πρώτα ο Πιζακάνε άφησε ελεύθερο το «Κάλιαρι» και προμήθευσε μάλιστα τον καπετάνιο με γραπτή βεβαίωση ότι τον υποχρέωσε να εκτραπεί της πορείας του με χρήση βίας. Όμως, αντί για 500 ένοπλους αγρότες που είχαν υποσχεθεί οι τοπικοί πατριώτες, όταν αποβιβάστηκαν δεν τους περίμενε κανείς, αντίθετα στις 1 Ιουλίου χτυπήθηκαν από 3.000 στρατιώτες των Βουρβώνων υπό τον συνταγματάρχη Ghio στην Παντούλα (Padula). Περίπου 70 έπεσαν στο πεδίο της μάχης, ενώ όσοι επέζησαν αναζήτησαν καταφύγιο στην Σάντζα (Sanza), στην οποία έφθασαν πριν τα ξημερώματα.

H σφαγή στην Σάντζα

Εκεί όμως δέχθηκαν την επίθεση των οπλισμένων με μαχαίρια, σουβλιά, δρεπάνια και πηρούνες κατοίκων, τους οποίους είχαν ξεσηκώσει οι κληρικοί και ο δήμαρχος της πόλης με το ψέμα ότι η πόλη δεχόταν επίθεση από ληστές. Διστάζοντας να διατάξει πυρά ενάντια στους επιτιθέμενους που τους θεώρησε «παρασυρμένους από την άγνοιά τους», ο Πιζακάνε, μαζί με τον Φαλκόνε και 109 ακόμη επαναστάτες θανατώθηκαν, 35 άλλοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι και τουφεκίστηκαν επί τόπου όταν έφθασε ο στρατός, ενώ οι υπόλοιποι, τραυματισμένοι όλοι, δέθηκαν με αλυσίδες και σύρθηκαν στις φυλακές. Τα σώματα των νεκρών κατακομματιάστηκαν με μαχαίρια και τα πτώματά τους παραδόθηκαν στις φλόγες, ενώ στο Λιβόρνο (όπου ηγήθηκαν οι Maurizio Quadrio, Civinini και Simeoni) είχε κατασταλεί αρκετά εύκολα ο «παράλληλος» ξεσηκωμός των πατριωτών, στην δε Γένοβα ο Ματσίνι είχε ήδη ματαιώσει την επιδρομή στο οπλοστάσιο της πόλης, έχοντας πληροφορηθεί ότι οι αρχές γνώριζαν, από καταδότες, τα σχέδιά του.

Ανάμεσα στους τραυματίες που φυλακίστηκαν ήταν και ο τραυματισμένος στο κεφάλι και με σπασμένο το δεξί χέρι Νικότερα. Μαζί με 6 ακόμη συντρόφους του καταδικάστηκε σε θάνατο, και μετά από τρεις ημέρες η ποινή μετατράπηκε από τον βασιλιά σε ισόβια καταναγκαστικά έργα (για μισό περίπου χρόνο ο βασανιζόμενος από πυρετό Νικότερα τάφηκε ζωντανός στο φρούριο Santa Caterina σε ένα κελί γεμάτο νερά, επιβιώνοντας με ξερό ψωμί). 9 ακόμα καταδικάστηκαν απευθείας σε ισόβια καταναγκαστικά έργα, 56 άλλοι σε βαριές ποινές σιδηροδέσμιας φυλάκισης 20 – 30 ετών στο φρούριο του Σαν Τζιάκομο (San Giacomo), δεκάδες άλλοι σε μικρότερες ποινές φυλάκισης, ενώ 5 δεν πρόλαβαν καν να δικαστούν αφού πέθαναν στην φυλακή από τύφο.

Ανδριάντας του Πιζακάνε
στο Σάπρι

Στις 11 Ιουλίου η αστυνομία της Γένοβας έθεσε σε κατ’ οίκον περιορισμό την Ενριτσέτα, αλλ’ αργότερα της επέτρεψε να φύγει με την θυγατέρα της για το Τορίνο.

TA META ΘΑΝΑΤΟΝ


Για τον Πιζακάνε εξέδωσε πρώτος ένα βιβλίο ο ελευθεριακός σοσιαλιστής δικηγόρος Σαβέριο Μερλίνο (Francesco Saverio Merlino, 1856 – 1930, «Carlo Pisacane», 1878) και ακολούθησαν ο αναρχικός συγγραφέας Λουϊτζι Φάμπρι (Luigi Fabbri, 1877 – 1935, «Carlo Pisacane: la vita, le opere, l’ azione rivoluzionaria», 1904) και ο σοσιαλιστής ιστορικός Νέλο Ροσέλι (Nello Rosselli, 1900- 1937, «Carlo Pisacane nel Risorgimento italiano», 1932) που δολοφονήθηκε μαζί με τον αδελφό του Κάρλο από τους Γάλλους φασίστες «cagoulards» το 1937.

Για την τραγική εκστρατεία ο ποιητής Λουϊτζι Μερκαντίνι (Luigi Mercantini, 1821 – 1872) συνέθεσε στα τέλη του 1857 το συγκινητικό ποίημα «La spigolatrice di Sapri» και το 1952 γυρίστηκε από τον Τζιάν Πάολο Καλεγκάρι (Gian Paolo Callegari, 1912 – ) η κινηματογραφική ταινία «Eran trecento».

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ


«Saggi storici, politici, militari sull’ Italia», 4 τόμοι, εκδόθηκαν μετά θάνατον, Genova, 1858 – 1860 (περιέχει και το «Για την Επανάσταση», «Sulla Rivoluzione», που επανεκδόθηκε για πρώτη φορά ξεχωριστά το 1894)
«Testamento Politico», εκδόθηκε μετά θάνατον, Ancona, 1880

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


P. M. Bilotti, «La Spedizione di Sapri», Salerno, 1907
Manlio Cancogni, «Gli angeli neri. Storia degli anarchici italiani da Pisacane ai circoli di Carrara», Mursia, 2011
Luigi Fabbri, «Carlo Pisacane: la vita, le opere, l’ azione rivoluzionaria», Roma, 1904
Jacques Léon Godechot, «The Revolutions of 1848 – 9», New York, 1887
Clara M. Lovett, «The Democratic Movement in Italy», Cambridge Mass., 1982
Saverio Merlino, «Carlo Pisacane», Milano, 1878
Renato Monteleone, «Cospiratori, Guerriglieri, Briganti. Storie dell’ altro Risorgimento», Trieste, 1995
Richard Mann Roberts, «Carlo Pisacane’s La Rivoluzione», Leicester, 2010
Luciano Russi, «Carlo Pisacane. Vita e pensiero di un rivoluzionario senza rivoluzione», Napoli 2007
Felice Venosta, «Carlo Pisacane e Giovanni Nicoterao: la Spedizione di Sapri», Milano, 1876
George Woodcock, «L’ Anarchia – Storia delle idee e dei movimenti libertari», Milano 1966