«Λυσσασμένοι»

(Les «Enragés»)

Citation
, XML
Authors

Abstract

Μικρή παρισινή εξτρεμιστική ομάδα μέσα στις τάξεις των «Αβράκωτων» («Σανκιλότ», «Sans-Culottes») της Γαλλικής Επανάστασης, με βασική θέση ότι η ελευθερία του λαού αποκτάται όχι μέσα από συνταγματικές διακηρύξεις, αλλά με την άμεση βία ενάντια στους καταπιεστές τους και εκμεταλλευτές.

«Λυσσασμένοι» (Les «Enragés»). Μικρή παρισινή εξτρεμιστική ομάδα μέσα στις τάξεις των «Αβράκωτων» («Σανκιλότ», «Sans-Culottes») της Γαλλικής Επανάστασης, με βασική θέση ότι η ελευθερία του λαού αποκτάται όχι μέσα από συνταγματικές διακηρύξεις, αλλά με την άμεση βία ενάντια στους καταπιεστές τους και εκμεταλλευτές.

ΘΕΣΕΙΣ

Με βασική τους πεποίθηση ότι η ελευθερία και ευτυχία όλου του λαού ήταν πιο σημαντική από την σταδιακή χορήγηση συνταγματικών δικαιωμάτων και με κυριότερο αίτημά τους την άμεση καταστολή κάθε αντεπαναστατικής δράσης, λεηλάτησαν τον Φεβρουάριο και Μάρτιο του 1793 πολλά καταστήματα τροφίμων και φούρνους του Παρισιού, διαμαρτυρόμενοι για την αισχροκέρδεια όσων εμπορεύονταν τρόφιμα εις βάρος του λαού, που υπέφερε από την έλλειψη τροφών και άλλων βασικών αγαθών. Χαρακτηριστική υπήρξε η δήλωση του Ρου ότι «η ελευθερία δεν είναι παρά ένα άδειο κέλυφος όταν επιτρέπεται ατιμώρητα σε μία τάξη να λιμοκτονήσει μία άλλη».

Ο ηγέτης των “Λυσσασμένων” Ζακ Ρου

ΔΡΑΣΕΙΣ

Οι ηγέτες τους Ζακ Ρου (Jacques Roux, 1752 – 1794, πρώην κληρικός, αλλά μετέπειτα άθεος «κόκκινος παπάς» και μέλος της Παρισινής Κομμούνας από το 1792), Θεόφιλος Λεκλέρκ (Theophile Leclerc dOze, 1771 – 1796, ένας εξτρεμιστής από την Λυών, τον οποίο ο Μαρά είχε περιγράψει ως «ικανότατο»), Πιέρ Ντολιβιέ (Pierre Dolivier, 1746 – μετά το 1817, ένας ακόμη «κόκκινος παπάς»), Ταμπουρώ ντε Μοντινύ (Francois Pierre Tabourreau de Montigny, ένας εξτρεμιστής από την Ορλεάνη), Κλαίρη Λακόμπ (Claire Lacombe, 1765 – άγνωστο έτος θανάτου, ηθοποιός, ερωμένη του Λεκλέρκ και αρχηγός της «Εταιρείας Επαναστατριών Δημοκρατισσών», «Société des Républicaines Révolutionnaires») και Ζαν Βαρλέ (Jean Varlet, 1764 – 1837, ένας ταχυδρομικός υπάλληλος, που κήρυσσε στους δρόμους την ανάγκη για βία κατά των πλουσίων, ωστόσο ο Μαρά τον είχε χαρακτηρίσει «ανεγκέφαλο συνωμότη»), προέβαλαν αλλεπάλληλα αιτήματα για άμεσο αγορανομικό έλεγχο και βίαιη αντιμετώπιση των αντιδραστικών, ενώ τον Ιούνιο του 1793 συνετέλεσαν αρκετά στην ματαίωση των αντεπαναστατικών σχεδίων των «Γιρονδίνων» και στην πλήρη εξουδετέρωσή τους («η μετριοπάθεια σήμερα είναι εκτός τόπου και χρόνου, το πιο ιερό καθήκον είναι η εξέγερση» είχε τονίσει από τον Μάρτιο σε μία ομιλία του στην «Λέσχη των Ιακωβίνων» ο Βαρλέ, ο οποίος, αν και είχε διαγραφεί στις 18 Mαϊου 1793 λόγω «πολιτικών υπερβολών», ηγήθηκε της 9μελούς «Κεντρικής Επαναστατικής Επιτροπής», «Comité central révolutionaire»,  που οργάνωσε και συντόνισε την εξέγερση κατά των «Γιρονδίνων»).

Ο ηγέτης των “Λυσσασμένων” Ζαν Βαρλέ

Παρά το ότι οι ηγέτες της «Λέσχης των Ιακωβίνων» Μαρά (ο εκδότης του «Φίλου του Λαού», «L’ Ami du Ρeuple») και ο Ροβεσπιέρος έβλεπαν τους «Λυσσασμένους» ως μία ανεξέλεγκτη και χαοτική δύναμη, ικανή να βάλει την Δημοκρατία σε σοβαρά προβλήματα, δεν εναντιώθηκαν σοβαρά στην έξαλλη ρητορική τους και ο Ρου συνέχισε ακάθεκτος τις ομιλίες του τόσο στην Συμβατική Εθνοσυνέλευση όσο και στην «Λέσχη», καταγγέλλοντας τον καπιταλισμό ως μια «εμπορική αριστοκρατία», χειρότερη εχθρό του λαού από την Εκκλησία και τους ευγενείς.

Αποκορύφωμα αυτής της ρητορικής του Ρου ήταν η ιστορική του ομιλία στις 25 Ιουνίου 1793, η οποία έθετε το δικαίωμα της επιβίωσης πιο ψηλά από το δικαίωμα στην ιδιοκτησία και από πολλούς χαρακτηρίστηκε ως «Το Μανιφέστο των Λυσσασμένων».

Μετά την δολοφονία του Μαρά, ο Ρου απέκτησε μια σύντομη αίγλη ως πιθανός διάδοχός του («μικρός Μαρά», «le petit Marat») και μάλιστα στις 16 Ιουλίου κυκλοφόρησε  και ένα περιοδικό προς τιμή του δολοφονημένου, το «Le Publiciste de la République française par lombre de Marat, lAmi du people». Πολύ σύντομα όμως έχασε τις συμπάθειές του μέσα στην «Λέσχη», λόγω της προκλητικής του στάσης, αλλά και της ανοησίας του συνεργάτη του Θεόφιλου Λεκλέρκ, ο οποίος εξέδωσε στις 20 Ιουλίου 1793 έναν δικό του «Φίλο του Λαού» δηλώνοντας ως αρχισυντάκτη το… «φάντασμα του Μαρά», γεγονός που θεωρήθηκε μεγάλη ασέβεια και προκάλεσε μάλιστα την διαμαρτυρία της χήρας του Μαρά.

ΥΠΕΡΒΟΛΕΣ ΚΑΙ ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ

Έχοντας υποχρεωθεί τώρα να επιτεθούν όχι μόνο κατά των «Ιακωβίνων», αλλά και κατά αυτού ακόμα του σχεδόν λαοκρατικού Συντάγματος του 1793 (επειδή έθετε ως βασικό υπό προστασία δικαίωμα εκείνο της περιουσίας: «ισότητα, ελευθερία, ασφάλεια και περιουσία»), μέχρι τα τέλη του Αυγούστου οι «Λυσσασμένοι» είχαν πια απομονωθεί εντελώς.

Όταν ο Ρου μίλησε στις 25 Ιουλίου στην Συμβατική κατά του Συντάγματος, οι «Ορεινοί» βουλετές αντεπετέθησαν άμεσα, χαρακτηρίζοντας αυτόν και τους ελάχιστους ομοϊδεάτες του «τρίτο εχθρό της Δημοκρατίας, μετά την Αυστρία και την Αγγλία». Ο Ροβεσπιέρος τον κατήγγειλε ανοικτά ως «πράκτορα της αντεπανάστασης» και ζήτησε την διαγραφή του από την «Λέσχη των Κορδελιέρων», ενώ αποστάσεις από τους «Λυσσασμένους» κράτησε ακόμα και ο ηγέτης των εξτρεμιστών «Αβράκωτων» Ζακ Εμπέρ (Jacques Hébert), ο οποίος προσυπέγραψε το αίτημα του Ροβεσπιέρου για διαγραφή του Ρου. Τελικά ο Ρου, ήδη διωγμένος όχι μόνο από τους «Κορδελιέρους», αλλά και από την «Κομμούνα», συνελήφθη στα τέλη του Αυγούστου με τον «νόμο περί υπόπτων» και μερικούς μήνες αργότερα, στις 10 Φεβρουαρίου 1794, αυτοκτόνησε μέσα στην φυλακή Bicetre για να μην αντιμετωπίσει το «Επαναστατικό Δικαστήριο» (στις 3 Δεκεμβρίου 1793 είχε προανακριτικά στοιχειοθετηθεί πια εναντίον του η κατηγορία της «συνομωσίας για ανατροπή της συνταγματικής τάξης»).

Καθώς και ο Βαρλέ, που αποκαλούσε «συσπείρωση του Καλιγούλα» τους «ροβεσπιεριστές», είχε επίσης συλληφθεί στις 18 Σεπτεμβρίου και φυλακιστεί κατά διαταγή της «Επιτροπής Γενικής Ασφαλείας» με την κατηγορία της «προκλητικής και αναίτιας δημόσιας εναντίωσης στην επαναστατική κυβέρνηση» (απελευθερώθηκε στις 14 Νοεμβρίου μετά από αλλεπάλληλα ψηφίσματα των «Αβράκωτων»), οι «Λυσσασμένοι» διαλύθηκαν οριστικά στα τέλη του φθινοπώρου 1793 και τα μέλη τους αναζήτησαν νέα στέγη στον εξτρεμιστικό κύκλο του έως τότε εχθρικά διακείμενου απέναντί τους Εμπέρ.

ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΣΤΟΝ ΜΑΗ ΤΟΥ 1968

Οι “Λυσσασμένοι” του 1968

Το όνομα των «Λυσσασμένων» αναβίωσε κατά την εξέγερση του Μάη 1968, από μία δυναμική φοιτητική ομάδα του Πανεπιστήμιου της Ναντέρ, που δρούσε στον χώρο των λεγόμενων «Καταστασιακών». Στην δράση της είναι αφιερωμένο το βιβλίο του καταστασιακού Ρενέ Βιενέ (René Viénet) «Μάης 1968 – Λυσσασμένοι και σιτουασιονιστές στο κίνημα των καταλήψεων»:

«μέσα σε μια βδομάδα, εκατομμύρια ανθρώπων ξεφορτώθηκαν το βάρος των συνθηκών αλλοτρίωσης, της ρουτίνας της επιβίωσης, των ιδεολογικών διαστρεβλώσεων και του αντεστραμμένου κόσμου του θεάματος. Για πρώτη φορά από την Κομούνα του 1871, και τώρα με πολύ περισσότερο υποσχόμενο μέλλον, το πραγματικό άτομο απορροφούσε τον αφηρημένο πολίτη μέσα στην ζωή του, την δουλειά του και τις ατομικές του σχέσεις… Η εορτή πρόσφερε πραγματικές διακοπές σε ανθρώπους που δεν γνώριζαν άλλο από εργάσιμες ημέρες και άδειες. Η πυραμίδα της ιεραρχίας έλιωνε τώρα σαν κύβος ζάχαρης κάτω από τον ήλιο του Μάη. Οι άνθρωποι συνομιλούσαν και καταλάβαιναν ο ένας τον άλλον με μισή λέξη. Δεν υπήρχαν πλέον

διανοούμενοι ή εργάτες, αλλά μόνον επαναστάτες, που συζητούσαν και δημιουργούσαν μια άμεση επικοινωνία, από την οποία μόνον οι δήθεν προλετάριοι διανοούμενοι και οι λοιποί θιασώτες της αρχηγίας αισθάνονταν αποκομμένοι. Σε αυτό το πλαίσιο, η λέξη σύντροφος ξανακέρδιζε την αυθεντική σημασία της και σημάδευε με έναν αληθινό τρόπο το τέλος όλων των διαχωρισμών. Ακόμα και εκείνοι που την χρησιμοποιούσαν με τη σταλινική έννοια, γρήγορα καταλάβαιναν ότι το να μιλούν την γλώσσα των λύκων τους εξέθετε, τουλάχιστον σαν μαντρόσκυλα. Τώρα οι δρόμοι ανήκαν σ’ εκείνους που τους έσκαβαν για να πάρουν τις πέτρες».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Loomis Stanley, «Paris in the Terror. June 1793 – July 1794», εκδόσεις «J. B. Lippincott Company», New York, 1964 

Daniel Guérin, «Class struggle in the first French republic: bourgeois and bras nus 1793-1795», εκδόσεις «Pluto Press», London, 1977

René Viénet, « Enragés et situationnistes dans le mouvement des occupations, en annexe: choix de textes, tracts et documents divers», εκδόσεις «Gallimard», Paris, 1968, πρωτοκυκλοφόρησε στα ελληνικά ως «Μάης 1968 – Λυσσασμένοι και σιτουασιονιστές στο κίνημα των καταλήψεων» από τις εκδόσεις «Διεθνής Βιβλιοθήκη», Αθήνα, 1978 (μετάφραση Μάριας Ζάκκα)

Walter M. Markov, ed., «Jacques Roux, Scripta et acta», εκδόσεις « Akademie-Verlag», Berlin, 1969

R. B. Rose, «The Enragés: Socialists of the French Revolution?», εκδόσεις «Melboume University Press», London, 1965