Τζάκοπο Ρουφίνι

(Jacopo ή Giacomo Ruffini, Genova, 22 Ιουνίου 1805 – Genova, 19 Ιουνίου 1833)

Citation
, XML
Authors

Abstract

Ιταλός πατριώτης, καρμπονάρος και μέλος της ματσινικής «Νεαρής Ιταλίας» («La Giovine Italia»).

Τζάκοπο Ρουφίνι (Jacopo ή Giacomo Ruffini, Genova, 22 Ιουνίου 1805 – Genova, 19 Ιουνίου 1833). Ιταλός πατριώτης, καρμπονάρος και μέλος της ματσινικής «Νεαρής Ιταλίας» («La Giovine Italia»).

ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ


Γεννήθηκε στην Γένοβα, στις 22 Ιουνίου 1805, την ίδια ακριβώς ημέρα και στην ίδια πόλη με τον επαναστάτη Τζιουζέπε Ματσίνι (Giuseppe Mazzini, 1805 – 1872), τέταρτο τέκνο του πρώην Ιακωβίνου αλλά τότε βασιλόφρονα δικηγόρου Μπερνάρντο Ρουφίνι (Bernardo Ruffini) και της 13 χρόνια νεότερής του γενοβέζας Ελεονόρας Κούρλο (Eleonora Maria Teresa Curlo, 1781 – 1856), όμορφης και ευφυούς θυγατέρας του μαρκήσιου Κούρλο. Η μητέρα του Τζάκοπο απέκτησε κατά την περίοδο 1799 – 1815 συνολικά 13 παιδιά, από τα οποία επέζησαν 7 υιοί.

ΟΠΑΔΟΣ ΤΟΥ ΜΑΤΣΙΝΙ


Toν Νοέμβριο του 1823 που άνοιξε ξανά το πανεπιστήμιο της Γένοβας μετά από 2 χρόνια σφράγισής του (από τις 20 Απριλίου 1821, όταν είχαν ξεσπάσει ταραχές υποδαυλισμένες από τους καρμπονάρους), o 18χρονος τότε φοιτητής Νομικής Ματσίνι γνώρισε την οικογένεια του συνομήλικού του φοιτητή Ιατρικής Τζιάκομο, ενθουσίασε την μητέρα αλλά και ισόποσα ενθουσιάστηκε από αυτήν, αποκαλώντας την έκτοτε «Αγία Μητέρα» («La Madre Santa»). Παρά τον ρωμαιοκαθολικισμό της, η Ελεονόρα υιοθέτησε με σχεδόν θρησκευτική προσήλωση τις επαναστατικές ιδέες του Ματσίνι και κατηύθυνε προς το ίδιο τρεις από τους υιούς της, τους Τζιάκομο, Τζιοβάνι (Giovanni, 1807 – 1881) και Αγκοστίνο (Agostino, 1812 – 1855).

Από τους τρεις Ρουφίνι, ο Ματσίνι ξεχώρισε τον Τζιάκομο, τον οποίο πολύ σύντομα απεκάλεσε «αδελφή ψυχή» του και μάλιστα τον μετονόμασε σε «Τζάκοπο», από τον κοινό λογοτεχνικό τους ήρωα Τζάκοπο Όρτις (Jacopo Ortis), πρωταγωνιστή στο επιστολικό μυθιστόρημα του Νικόλαου – Ούγου Φώσκολου «Le Ultime lettere di Jacopo Ortis» (1802).

Από το 1830 που ο Ματσίνι βρέθηκε φυγάς στο εξωτερικό όταν έγινε γνωστή στις αρχές η μύησή του στην παράνομη οργάνωση της «Καρμποναρίας», οι τρεις αδελφοί Ρουφίνι έγιναν χαλκέντεροι προσηλυτιστές νέων ανθρώπων στις επαναστατικές του ιδέες για μια ενωμένη Ιταλία μέσα από μαζική εξέγερση κατά των ξένων δυναστών, όταν δε τον Ιούλιο του 1831 εκείνος ίδρυσε στην Μασσαλία την «Νεαρή Ιταλία» («La Giovine Italia»), ο επίσης μυημένος από το 1829 στην «Καρμποναρία» Τζάκοπο ανέλαβε την αρχηγία του γενοβέζικου παραρτήματος της οργάνωσης.

ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ


Ο Τζάκοπο Ρουφίνι συνελήφθη την νύκτα της 13ης προς 14η Μαϊου 1833 στο σπίτι του στην Γένοβα με την κατηγορία της «συνομωσίας για ανατροπή της βασιλείας της Σαρδηνίας», όταν η μοναρχική αστυνομία ανακάλυψε σχέδιο του Ματσίνι για εξέγερση στην Γένοβα, το Τσάμπερι (Chambery), το Τορίνο (Torino) και την Αλεσάντρια (Alessandria). Ενώ είχε ειδοποιήσει έγκαιρα την μητέρα και τα αδέλφια του, καθώς και άλλα μέλη της «Νεαρής Ιταλίας» να φύγουν, ο ίδιος έμεινε και πιάστηκε με την λογική ότι «ο σημαιοφόρος πρέπει να κρατάει όρθια την σημαία ή να πέφτει μαζί της».

Επί εβδομάδες ανακρίθηκε με βασανιστήρια για να δώσει ονόματα συνεργών. Τελικά, στις 19 Ιουνίου 1833, λίγο πριν τα 28α γενέθλιά του, ο Τζάκοπο αυτοκτόνησε μέσα στα μπουντρούμια του μεγάλου ανακτόρου («Palazzo Ducale») ανοίγοντας με ένα λειασμένο στον πέτρινο τοίχο του κελιού του κομμάτι σίδερο την καρωτίδα του, όταν του διοχέτευσαν την ψεύτικη πληροφορία ότι δήθεν ο Ματσίνι είχε συλληφθεί, ομολογήσει και παραδώσει την λίστα όλων των μελών της οργάνωσης. Για την ίδια υπόθεση της «συνομωσίας» εκτελέστηκαν δημόσια 12 ακόμα καρμπονάροι, μερικοί από τους οποίους υπαξιωματικοί του στρατού, αφού πρώτα και εκείνοι βασανίστηκαν επί εβδομάδες μήπως και αποκαλύψουν τους συνεργούς τους (στο Τσάμπερι ο στρατιώτης Giuseppe Tamburelli, ο λοχίας Alessandro de Gubernatis, ο λοχαγός Effisio Tola Efisio Tola, 30 ετών, στην Γένοβα ο τεχνίτης Antonio Gavotti, 47 ετών και οι λοχίες Giuseppe Biglia, 29 ετών και Francesco Miglio, 47 ετών και στην Αλεσάντρια, ο νομικός Andrea Vochieri, 37 ετών και οι λοχίες Domenico Ferrari, 25 ετών, Giuseppe Menardi, 25 ετών, Giuseppe Rigasso, 30 ετών, Armando Costa, 21 ετών και Giovanni Morini)

Σε ένα μακρύ ποίημά του που συνέθεσε μέσα στην φυλακή, ο Τζάκοπο έγραψε ανάμεσα σε άλλα:

«…Δεν είμαι πια η μητέρα Ιταλία, μα ένα παιδί.
Με τα μάτια της στην εξέγερση,
η Ρώμη της Δημοκρατίας θα εγερθεί
όπως την ονειρευτήκατε και το  χέρι θ’ απλώσει
και πάν’ απ’ τον κόσμο τ’ ανάστημά της
θα υψωθεί τιμή απαιτώντας, δεν θα καλύπτει πια
το σκοτάδι το πραγματικό όνομά της, Amor (Έρως)».

ΤΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ


Μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Ματσίνι κουβαλούσε το τραύμα ότι ο αδελφικός φίλος και συναγωνιστής του πέθανε νομίζοντας ότι είχε προδοθεί από τον άνθρωπο που είχε τόσο βαθιά πιστέψει («η σκέψη για το πώς πέθανε σκοτεινιάζει όλη μου την ζωή», θα γράψει το 1856).

Τα δύο άλλα αδέλφια του Ρουφίνι, ακολούθησαν τον Ματσίνι στην εξορία του, συμμετείχαν στις επόμενες συνομωσίες του και επί 8 πολύ δύσκολα χρόνια έζησαν μαζί του ως φυγάδες στην Γαλλία, την Ελβετία και την Αγγλία. Το 1841 όμως, παρά τις αντίθετες παροτρύνσεις της μητέρας τους, οι αδελφοί Ρουφίνι εγκατέλειψαν οριστικά τόσο το Λονδίνο, όσο και τον έως τότε επαναστατικό μέντορά τους.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


Allan Christensen, «A European version of Victorian fiction: the novels of Giovanni Ruffini», Amsterdam, 1996
Giovanni Faldella, «Ι fratelli Ruffini: storia della Giovine Italia», Τorino, 1897
Edyth Hinkley, «Mazzini: the story of a great Italian», New York – London, 1924
Roland Sarti, «Mazzini: a life for the religion of politics», Westport, 1997